Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Τα κόκκινα παπούτσια


Έχουμε πάνω από μία ώρα που δοκιμάζουμε παπούτσια. Πασχαλιάτικα. Παιδικά. Τέσσερα πόδια γεύονται κατά κόρον το «καινούργιο» και το «αλλιώτικο» δοκιμάζοντας και απορρίπτοντας ό,τι δεν τους αρέσει , με το αιτιολογικό, αυτό με στενεύει… αυτό μου είναι μεγάλο… αυτό μου είναι μεγάλο και με στενεύει. Εγώ και ο υπάλληλος έχουμε κυριολεκτικά γονατίσει μπροστά σ’ αυτά τα πόδια, προσπαθώντας να εντοπίσουμε πού κείται το μεγάλο δάχτυλο, πού κείται το ψεύδος.
Κι άξαφνα, μέσα από ένα κουτί, κάνει τη μοιραία εμφάνισή του ένα ζευγάρι κόκκινα κοριτσίστικα παπαρουνένια παπούτσια , μ’ ένα κόκκινο παιγνιδιάρικο κουμπάκι στο πλάι, αυτό που πιο πολύ έκαμε την καρδιά μου να σπαρταρήσει, να μικρύνει, να γίνει καρδιά παιδική, να ξανααισθανθεί. Ιπποτικά αμέσως φέρεται ο καιρός, παραμερίζει, για να ’ρθει μπροστά μια σκονισμένη ιστορία , παλιά, πάλι με παπούτσια , με τα πρώτα παπούτσια που μ’ έκαμαν να κλάψω.
Πάσχα, και πάντως μια εποχή που όλα ονομάζονταν «δύσκολα» . Τα πράγματα δύσκολα, οι μέρες δύσκολες, η ζωή δύσκολη. Και τότε ακριβώς ήταν που αξίωσα ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια.
-Θα την πάω στο Μοναστηράκι, στον πατριώτη μου το μαστρο-Κούλη… Θα μας φτιάξει κάτι που να’ναι γερό και συφερτικό, ενέδωσε με τα πολλά ο πατέρας.
Θα κόντευε Μεγάλη Βδομάδα που με πήρε ένα απομεσήμερο να πάμε στο μαστρο-Κούλη. Οι νοικοκυρές ανέμιζαν στα παράθυρα , έπλεναν τζάμια. Καθώς τα ’τριβαν με κομμάτια εφημερίδας, εκείνα έτριζαν, κι άστραφταν σα στα παράθυρα να κρέμονταν κλουβιά με τιτιβίζοντα χελιδόνια, και ήλιοι.
Απερίγραπτο ήταν το πόσο σφιχτά με κρατούσε από το χέρι ο πατέρας μου στις λιγοστές εξόδους μας , στους λιγοστούς περιπάτους μας. Σα να του ’χα ξεφύγει και να ’τρεχε χρόνια να με πιάσει. Και σα να με είχε πιάσει μόλις εκείνη τη στιγμή.
Όμως , αυτή τη φορά, ήταν τόσο ευχάριστο αυτό το σφίξιμο. Σαν το εύθυμο εκείνο σφίξιμο που σου κάνουν τα καινούργια παπούτσια την πρώτη μέρα.
Αν με ρωτούσε κανείς πώς πήγαμε στο μαγαζί του μαστρο-Κούλη , από πού περάσαμε , εγώ θα του ’λεγα, περάσαμε… περάσαμε… από κάτι κόκκινα παπούτσια , ύστερα πήραμε ένα μακρύ δρόμο κόκκινα παπούτσια , στρίψαμε μετά από κάτι άλλα κόκκινα παπούτσια , και φτάσαμε!
Μα σα βρέθηκα στο μαγαζί του μαστρο Κούλη ξέβαψε όλο το κόκκινο χρώμα κι όλη η χαρά από το όραμά μου. Από την πόρτα με πήρε μια χοντρή βαριά μυρουδιά πετσιού και προβιάς, έπεσε μέσα της η αναπνοή μου και πνίγηκε. Χάμω, σκουπίδια, σπάγγοι, καρφάκια , ένας λόφος με λογιώ λογιώ κατσούφικα κοψίδια δέρματα . Μια χοντρή βελόνα , σα μεγάλο καρφί, ανεβοκατέβαινε βαριεστημένη και στριγγλή και γάζωνε ένα εφιαλτικό παπούτσι.
Σα δήμιος εμφανίστηκε ο μαστρο-Κούλης , αναμερίζοντας μιαν αυλαία από κρεμάθες χοντροπάπουτσα , αντρικά τα πιο πολλά, τα κορδόνια τους τρεμούλιασαν σα νευρικά μουστάκια, και κάτω από τη χοντρή λαστιχένια τους σόλα σπαρτάραγε το κακόμοιρο το όνειρό μου. Κι αφού είπανε , χρόνια και ζαμάνια, ψυχρά κι ανάποδα , και αφού τώωωρα η Αργυρούλα , μπήκε στο θέμα πια ο πατέρας μου:
-Και τώρα , μαστρο –Κούλη, ας πάμε στο προκείμενο!
Με τούτο το «προκείμενο» πήρα να ελπίζω. Φαντάστηκα πως το «προκείμενο» μπορεί να’ταν ένας άλλος δρόμος, ένα άλλο μαγαζί, το «καλό» μαγαζί του μαστρο-Κούλη.
-Από δω η κόρη, συνέχισε ο πατέρας μου, ό,τι θυμάται χαίρεται! Της θυμήθηκαν κόκκινα παπούτσια. Έχεις να μας δώσεις τίποτα κατάλληλο;
Και πριν προφτάσω ν’ακούσω την απάντηση , η πατούσα μου βρέθηκε καθηλωμένη πάνω σ’ ένα βρομόχαρτο, κι από πάνω της ολόκληρος ο μαστρο –Κούλης , όλα τα χοντροπάπουτσα , να τη ζουλάνε μη και ξεφύγει. Πιο απειλητικό, το βάρος της λέξης «μπόλικα! μπόλικα», που σφυροκοπούσε ο πατέρας μου. Ένα κουτσομόλυβο σύρθηκε σαν κατσαρίδα γύρω γύρω της ενώ ο πατριώτης έλεγε!
-Θα γίνουν αθάνατα!
Ανησύχησα.
-Δε θέλω αθάνατα , κόκκινα θέλω, ψέλλισα.
- Θέλε! αγρίεψε ο μαστρο- Κούλης , κάτι συνεννοήθηκε ιδιαιτέρως με τον πατέρα μου , και φύγαμε.
Ίσως σου κακοφανεί , μαστρο –Κούλη, αν τύχει και διαβάσεις αυτή την ιστορία, αλλά κι εγώ τι σαου χρώσταγα να περάσω τόσο μαύρη Λαμπρή; Τι παπούτσια ήταν εκείνα που μου ’φτιαξες; Κόκκινα δε σου είπα πως θέλω; Γιατί σώνει και καλά μουσταρδιά; Και γιατί τόσο χοντρό λάστιχο, βρε μαστρο-Κούλη; Τανκς ήμουνα; Κι όλα αυτά καλά. Αμ’ εκείνο το κόκκινο κουμπί, στο Θεό σου, τι το ήθελες και το έμπηξες; Από πού ως πού κόκκινο κουμπί; Α, προτιμούσα να με γελάσεις παρά να με ξεγελάσεις . Έσκασα στο κλάμα.

-Βρε αχάριστο, φώναζε η μάνα μου, κι αν δεν είναι κόκκινο, είναι προς το κόκκινο… Τι παραπάνω θες; Δεν έχει κόκκινα κουμπιά; Άρα κόκκινα είναι.
Αναγκάστηκα να πειστώ. Και τι το περίεργο; Μήπως τώρα που λέμε «αναπνέουμε, άρα ελπίζουμε», το ίδιο δεν είναι;
Κι ανήμερα το Πάσχα, στη λειτουργία της Αγάπης, με κρατάει πάλι ο πατέρας μου από το χέρι , κατηφορίζουμε για την εκκλησία.
Εγώ με τα κόκκινα κουμπιά μου , αυτός με την κατάνυξή του , Χριστός Ανέστη σιγοψέλνει. Μπορώ να θυμηθώ και το παραμικρό της σκηνής εκείνης , ακόμα και τις στάλες από τα κεριά της Αναστάσεως στα πεζοδρόμια και στα μαρμάρινα σκαλιά, την αυστηρή παλάμη του πατέρα μου που με ζούλαγε ολόκληρη μέσα της , το πρόσεχε μην πέσεις , το δεν καταλαβαίνω γιατί εννοείς να ξεκινάς πάντα με το αριστερό, διόρθωσε το βήμα σου , άλλαξε το βήμα σου.
Τα θυμάμαι όλα, και τους μικρούς μου πήδους κάθε τόσο για να βγει το δεξί μπροστά και να πάει το αριστερό πίσω, όλα , ακόμα και το πόσο μου μύρισαν οι πασχαλιές που αγόραζε μια γυναίκα σκυμμένη στο παράθυρο από έναν πλανόδιο ανθοπώλη.
-Άλλαξε το βήμα σου, ξανάπε ο πατέρας μου.
Κι εκείνη τη φορά έγινε το κακό. Πάνω στο πήδημα μπερδεύτηκαν τα πόδια μου, κι έιδα το ένα κουμπί να διαγράφει μια κόκκινη τροχιά και να εξαφανίζεται. Τι κλάμα και τι ψάξιμο ήταν εκείνο; Δάκτυλος του Σατανά, δάκτυλος του Σατανά! έτριζε τα δόντια του ο πατέρας μου, καθώς έψαχνε χωρίς αποτέλεσμα, καθώς με άκουγε να κλαίω «ασεβώς».
Δεν είμαστε πια για εκκλησία, «χρειάζεται καρδίαν καθαράν», και πήραμε πάλι τον ανήφορο. Μπρος εκείνος, με τα χέρια διπλωμένα πίσω στη μέση, να λέει , με κόλασες! με κόλασες!, πίσω εγώ, σαν μονοσάνταλη, να κλαίω, να κλαίω.
Η μάνα μου , άμα άκουσε τι συνέβη, είπε μόνο:
-Τι λες… Κάτι τρέχει στα γύφτικα.
Μα καθώς με είδε να πετάω τα παπούτσια και να την ακολουθώ ξυπόλητη και κλαίγοντας , τα έβαλε με τον πατέρα μου:
-Και συ ευλογημένε, πώς στην ευχή έψαξες; Με τα δικά μου τα μάτια; Ολόκληρο κουμπί!
Αλλά εκείνος είχε κιόλας ριχτεί με όλο του το είναι στην κάθαρση. Είχε πάρει μια Σύνοψη κι έψελνε, μουρμουριστά, μασουλιστά, με λοξό κάπως το κεφάλι και το χέρι κοντά στο στόμα, κάπως σαν να εξιστορούσε με συντριβή στο αυτί του Κυρίου το πώς τον «κόλασα».
-Θέλω το ολόκληρο κουμπί μου, έλεγα τώρα εγώ μέσα στους οδυρμούς μου.
-Τι λές εκεί… Κάτι τρέχει στα γύφτικα, επανέλαβε η μάνα μου φουρκισμένη.
Και φορώντας μου τα παπούτσια με το ζόρι, με έσπρωξε βίαια στην ξώπορτα, να πάω να παίξω.
Λίγα βήματα πιο πέρα στεκότανε η φιλενάδα μαου η Πόπη. Με κοίταζε. Εγώ κόλλησα στον τοίχο, σήκωσα το ’να μου πόδι, και το ’κρυψα πίσω από το άλλο. Και στεκόμουνα έτσι.
Και τώρα, γονατισμένη ακόμα, λες και προσκυνούσα, αναπολώντας την τούτην την ανάμνηση , προσπαθώ να καταφέρω τη μικρή ν’ αγοράσει αυτά τα παπούτσια. Τα κόκκινα.
-Σου είπα, θέλω γόβα άσπρη!
-Μα τα κόκκινα είναι πιο πρακτικά.
-Δεν τα θέλω για πρακτικά, τα θέλω για ευχαριστήσιμα.
Κι αποφασίζω. Και τα άσπρα και τα κόκκινα. Προηγουμένως τα εξετάζω προσεχτικά , δοκιμάζω να ιδώ, είναι καλά στερεωμένο το κουμπάκι τους, μη την ξαναπάθω. «Αθάνατα», βεβαιώνει ο υπάλληλος. Και φεύγω, έχοντας επιτέλους αποκτήσει ένα πραγματικό κόκκινο ζευγάρι παπούτσια, πασχαλιάτικο δώρο στα περασμένα μου .
Σ’ αυτό τον κεντρικό δρόμο, που φράζεις τη μύτη και το στόμα σου να μη σε πνίξουν τα καυσαέρια , είναι τρέλα να ισχυριστείς ότι μυρίζουν πασχαλιές.
Κι όμως , εμένα μου μύρισαν.

Κική Δημουλά "Εκτός Σχεδίου"

2 σχόλια:

ολα θα πανε καλα... είπε...

μα πόσο πολύ όμορφα αφηγημένη η ιστορία,πόση πραγματική συγκίνηση βγάζει και πόσο χαμόγελο!Εκπληκτική και στον πεζό λόγο,η κυρία Κική.
Καλημέρα!

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ είπε...

Καλημέρα! Πολύ χαίρομαι που σου άρεσε τόσο, ώστε να γράψεις σχόλιο! Είναι όμορφο κείμενο, σαν τα δικά σου...Όταν το ανάρτησα είχα την ελπίδα πως κάποτε θα το διάβαζες... το ομολογώ...